ακαλόπιαστος

ακαλόπιαστος
-η, -ο [καλοπιάνω]
1. αυτός που δεν πιάνεται εύκολα με τα χέρια
2. αυτός που δεν τόν έχουν πιάσει με το καλό, δεν τού έχουν φερθεί ευγενικά
3. όποιος δεν παίρνει από καλοπιάσματα, δεν υποχωρεί σε παρακλήσεις, δύστροπος
4. (ζώο) που δεν τιθασεύεται με τον καλό τρόπο.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Look at other dictionaries:

  • ακαλόπιαστος — η, ο 1. εκείνος που δεν τον έχει κανείς καλοπιάσει, δεν του έχει φερθεί καλά: Δεν εννοούσε να κάνει τίποτε ακαλόπιαστος. 2. αυτός που δε δέχεται καλοπιάσματα, δύσκολος: Τα καλοπιάσματα πήγαν χαμένα· ήταν άνθρωπος δύστροπος, ακαλόπιαστος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”